| Κύριες μεταφράσεις |
| balanced adj | (equal) | ισορροπημένος μτχ πρκ |
| | (επίσημο) | ισόρροπος επίθ |
| | (συνήθως προϋπολογισμός) | ισοσκελισμένος μτχ πρκ |
| | The columns in the chart should be balanced: each column should contain approximately the same amount of information. |
| | Οι στήλες στο διάγραμμα πρέπει να είναι ισορροπημένες: κάθε στήλη πρέπει να περιέχει περίπου την ίδια ποσότητα πληροφοριών. |
| balanced adj | (meal, diet: varied) | ισορροπημένος μτχ πρκ |
| | It is important to eat balanced meals every day. |
| | Είναι σημαντικό να τρώμε ισορροπημένα γεύματα κάθε μέρα. |
| balanced adj | figurative (view, judgement: fair, impartial) | αμερόληπτος, δίκαιος επίθ |
| | The judge is well-known for her balanced view of things. |
| | Η δικαστής είναι γνωστή για την αμερόληπτή της θεώρηση των πραγμάτων. |
| balanced adj | (team: representative) | αντιπροσωπευτικός επίθ |
| | With a balanced team, we will complete the project more efficiently. |
| Κύριες μεταφράσεις |
| balance n | (person: ability to stay upright) | ισορροπία, ευστάθεια ουσ θηλ |
| | Alcohol affects a person's balance. |
| | Το αλκοόλ επηρεάζει την ισορροπία (or: ευστάθεια) του ανθρώπου. |
| balance n | (fairness) | ισορροπία, αμεροληψία ουσ θηλ |
| | News stations try to report the news with balance. |
| | Οι ειδησεογραφικοί σταθμοί προσπαθούν να μεταδίδουν τις ειδήσεις με αμεροληψία. |
| balance n | (harmony) | αρμονία, ισορροπία ουσ θηλ |
| | We try to keep our team relationships in balance. |
| | Προσπαθούμε να κρατάμε σε αρμονία (or: ισορροπία) τις σχέσεις της ομάδας μας. |
| balance n | (counterweight) | αντίβαρο ουσ ουδ |
| | The shelf tilted, so I quickly added a book to the other end as a balance. |
| | Το ράφι έγειρα οπότε έβαλα βιαστικά ένα βιβλίο στο άλλο άκρο ως αντίβαρο. |
| balance n | (amount in account) | υπόλοιπο ουσ ουδ |
| | I need to check my balance before paying that bill. |
| balance n | (debt, amount outstanding) | υπόλοιπο ουσ ουδ |
| | (αν έχω δώσει μέρος του ποσού) | διαφορά ουσ θηλ |
| | The balance on my credit cards is too high. |
| | I've paid a deposit and I need to pay the balance at the end of the month. |
| | Το υπόλοιπο στην πιστωτική μου κάρτα είναι πολύ υψηλό. // Έχω δώσει την προκαταβολή και πρέπει να πληρώσω το υπόλοιπο στο τέλος του μήνα. |
| | Έχω δώσει την προκαταβολή και πρέπει να πληρώσω τη διαφορά στο τέλος του μήνα. |
balance [sth], balance [sth] on [sth]⇒ vtr | (place precariously) (κάτι, κάτι σε/πάνω σε κάτι) | ισορροπώ ρ μ |
| | The hiker balanced his water bottle on a rock. |
| | Ο πεζοπόρος ισορρόπησε το μπουκάλι με το νερό πάνω σε μια πέτρα. |
balance [sth] with [sth], balance [sth] against [sth] vtr + prep | (offset) (κάτι με κάτι άλλο) | αντισταθμίζω ρ μ |
| | | εξισορροπώ ρ μ |
| | Mindy balanced her long hours at work with a visit to the spa. |
| | Η Μίντυ αντιστάθμισε τις πολλές ώρες δουλειάς με μια επίσκεψη στο σπα. |
| balance [sth]⇒ vtr | (debits, credits: equalize) | υπολογίζω το ισοζύγιο έκφρ |
| | The firm's accountant always balances the debits and credits. |
| | Ο λογιστής της εταιρείας υπολογίζει πάντα το ισοζύγιο χρεώσεων και πιστώσεων. |
| balance⇒ vi | (person: equilibrium) | ισορροπώ ρ αμ |
| | (καθομιλουμένη) | κρατάω ισορροπία έκφρ |
| | People with inner ear problems cannot balance well. |
| | Άτομα με προβλήματα του έσω ωτός δεν μπορούν να ισορροπήσουν καλά. |
| | Άτομα με προβλήματα του έσω ωτός δεν μπορούν να κρατήσουν ισορροπία. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| balance n | (mental stability) | ισορροπία ουσ θηλ |
| | Her problem is a lack of emotional balance. |
| balance n | (music: right to left) | ισορροπία ουσ θηλ |
| | (η πράξη της προσαρμογής του ήχου) | εξισορρόπηση ουσ θηλ |
| | Tim adjusted the balance on his car stereo. |
| balance n | (scales) | ζυγαριά, πλάστιγγα ουσ θηλ |
| | The jeweller weighed the diamonds on a balance. |
| balance n | US (majority opinion) (μεταφορικά) | ζυγαριά ουσ θηλ |
| | (μεταφορικά, λόγιος) | ζυγός ουσ αρσ |
| | Toward the end of voting season, the balance favoured the senator from Ohio; as predicted, she won the election. |
| balance n | (remainder) | υπόλοιπο ουσ ουδ |
| | Jane paid most of the bill, so Jim paid the balance. |
| balance n | (timepiece: balance wheel) | ταλαντευτήρας ουσ αρσ |
| balance vi | (have equal debits and credits) | είμαι ισοσκελισμένος ρ έκφρ |
| | I start to worry when my chequebook doesn't balance. |
| balance [sth]⇒ vtr | (create harmony in) | ισορροπώ, εξισορροπώ ρ μ |
| | Sheila is trying to balance the energy in her house using Feng Shui. |