Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

balanced sentence


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο balanced παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: sentence
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: balanced, balance

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
balanced adj (equal)ισορροπημένος μτχ πρκ
  (επίσημο)ισόρροπος επίθ
  (συνήθως προϋπολογισμός)ισοσκελισμένος μτχ πρκ
 The columns in the chart should be balanced: each column should contain approximately the same amount of information.
 Οι στήλες στο διάγραμμα πρέπει να είναι ισορροπημένες: κάθε στήλη πρέπει να περιέχει περίπου την ίδια ποσότητα πληροφοριών.
balanced adj (meal, diet: varied)ισορροπημένος μτχ πρκ
 It is important to eat balanced meals every day.
 Είναι σημαντικό να τρώμε ισορροπημένα γεύματα κάθε μέρα.
balanced adj figurative (view, judgement: fair, impartial)αμερόληπτος, δίκαιος επίθ
 The judge is well-known for her balanced view of things.
 Η δικαστής είναι γνωστή για την αμερόληπτή της θεώρηση των πραγμάτων.
balanced adj (team: representative)αντιπροσωπευτικός επίθ
 With a balanced team, we will complete the project more efficiently.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
balance n (person: ability to stay upright)ισορροπία, ευστάθεια ουσ θηλ
 Alcohol affects a person's balance.
 Το αλκοόλ επηρεάζει την ισορροπία (or: ευστάθεια) του ανθρώπου.
balance n (fairness)ισορροπία, αμεροληψία ουσ θηλ
 News stations try to report the news with balance.
 Οι ειδησεογραφικοί σταθμοί προσπαθούν να μεταδίδουν τις ειδήσεις με αμεροληψία.
balance n (harmony)αρμονία, ισορροπία ουσ θηλ
 We try to keep our team relationships in balance.
 Προσπαθούμε να κρατάμε σε αρμονία (or: ισορροπία) τις σχέσεις της ομάδας μας.
balance n (counterweight)αντίβαρο ουσ ουδ
 The shelf tilted, so I quickly added a book to the other end as a balance.
 Το ράφι έγειρα οπότε έβαλα βιαστικά ένα βιβλίο στο άλλο άκρο ως αντίβαρο.
balance n (amount in account)υπόλοιπο ουσ ουδ
 I need to check my balance before paying that bill.
balance n (debt, amount outstanding)υπόλοιπο ουσ ουδ
  (αν έχω δώσει μέρος του ποσού)διαφορά ουσ θηλ
 The balance on my credit cards is too high.
 I've paid a deposit and I need to pay the balance at the end of the month.
 Το υπόλοιπο στην πιστωτική μου κάρτα είναι πολύ υψηλό. // Έχω δώσει την προκαταβολή και πρέπει να πληρώσω το υπόλοιπο στο τέλος του μήνα.
 Έχω δώσει την προκαταβολή και πρέπει να πληρώσω τη διαφορά στο τέλος του μήνα.
balance [sth],
balance [sth] on [sth]⇒
vtr
(place precariously) (κάτι, κάτι σε/πάνω σε κάτι)ισορροπώ ρ μ
 The hiker balanced his water bottle on a rock.
 Ο πεζοπόρος ισορρόπησε το μπουκάλι με το νερό πάνω σε μια πέτρα.
balance [sth] with [sth],
balance [sth] against [sth]
vtr + prep
(offset) (κάτι με κάτι άλλο)αντισταθμίζω ρ μ
  εξισορροπώ ρ μ
 Mindy balanced her long hours at work with a visit to the spa.
 Η Μίντυ αντιστάθμισε τις πολλές ώρες δουλειάς με μια επίσκεψη στο σπα.
balance [sth]⇒ vtr (debits, credits: equalize)υπολογίζω το ισοζύγιο έκφρ
 The firm's accountant always balances the debits and credits.
 Ο λογιστής της εταιρείας υπολογίζει πάντα το ισοζύγιο χρεώσεων και πιστώσεων.
balance⇒ vi (person: equilibrium)ισορροπώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κρατάω ισορροπία έκφρ
 People with inner ear problems cannot balance well.
 Άτομα με προβλήματα του έσω ωτός δεν μπορούν να ισορροπήσουν καλά.
 Άτομα με προβλήματα του έσω ωτός δεν μπορούν να κρατήσουν ισορροπία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
balance n (mental stability)ισορροπία ουσ θηλ
 Her problem is a lack of emotional balance.
balance n (music: right to left)ισορροπία ουσ θηλ
  (η πράξη της προσαρμογής του ήχου)εξισορρόπηση ουσ θηλ
 Tim adjusted the balance on his car stereo.
balance n (scales)ζυγαριά, πλάστιγγα ουσ θηλ
 The jeweller weighed the diamonds on a balance.
balance n US (majority opinion) (μεταφορικά)ζυγαριά ουσ θηλ
  (μεταφορικά, λόγιος)ζυγός ουσ αρσ
 Toward the end of voting season, the balance favoured the senator from Ohio; as predicted, she won the election.
balance n (remainder)υπόλοιπο ουσ ουδ
 Jane paid most of the bill, so Jim paid the balance.
balance n (timepiece: balance wheel)ταλαντευτήρας ουσ αρσ
balance vi (have equal debits and credits)είμαι ισοσκελισμένος ρ έκφρ
 I start to worry when my chequebook doesn't balance.
balance [sth]⇒ vtr (create harmony in)ισορροπώ, εξισορροπώ ρ μ
 Sheila is trying to balance the energy in her house using Feng Shui.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
balance | balanced
ΑγγλικάΕλληνικά
balance out vi phrasal (equalize, become even)εξισορροπώ ρ μ
 Advertising costs money but increases revenue, so over all it balances out.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
balanced | balance
ΑγγλικάΕλληνικά
balanced diet n (eating nutritionally varied food)ισορροπημένη δίαιτα ουσ θηλ
 Fresh fruits and vegetables are essential to a balanced diet.
well balanced,
well-balanced
adj
(in good proportion)ισορροπημένος μτχ πρκ
Σχόλιο: hyphen used when adj comes before the noun it modifies
 In order to stay healthy it is important to eat a well-balanced diet.
well balanced,
well-balanced
adj
figurative ([sb]: stable)συνετός επίθ
  ισορροπημένος μτχ πρκ
 Children who know they are loved tend to grow into well-balanced adults.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση balanced sentence στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «balanced sentence».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!